• Χαρακτηριστικά της ΔΕΠ-Υ

    +

    Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) αποτελεί μία από τις συχνότερες νευροαναπτυξιακές διαταραχές και εμφανίζεται ως δυσκολία στη διατήρηση εστιασμένης προσοχής ή/και υπερκινητική - παρορμητική συμπεριφορά σε βαθμό ασύμβατο με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού.

    Η εικόνα των παιδιών με ΔΕΠ-Υ διαφοροποιείται ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, το φύλο και την ηλικία του παιδιού και κοινωνικούς παράγοντες (π.χ. συνθήκες εκδήλωσης συμπτωμάτων, αντιδράσεις περιβάλλοντος στα συμπτώματα, κλπ).

    • Η ελλειμματική προσοχή ορίζεται από συμπεριφορές όπως η αδυναμία συγκέντρωσης της προσοχής σε οργανωμένη δραστηριότητα (εργασία ή παιχνίδι), η μη ανταπόκρισή του όταν ακούει το όνομά του, η αδυναμία ολοκλήρωσης δραστηριοτήτων επειδή ξεκινάει χωρίς να ακούσει τις οδηγίες, η δυσκολία στην οργάνωση του χώρου, η δυσκολία να διατηρεί τα προσωπικά του αντικείμενα (χάνει αντικείμενα, σχολικές εργασίες κλπ.), η δυσκολία να θυμηθεί το καθημερινό πρόγραμμά του και η εύκολη διάσπαση από εξωτερικά ερεθίσματα.

    • Η υπερκινητική συμπεριφορά ορίζεται από συμπεριφορές όπως η ανησυχία, η δυσκολία ενός παιδιού να παραμείνει σε μία θέση, η ακατάπαυστη ομιλία και η γενικότερη δυσκολία του παιδιού να κάνει οικονομία κινήσεων, όταν οι περιστάσεις την απαιτούν.

    • Η παρορμητικότητα ορίζεται από συμπεριφορές όπως η άμεση και απερίσκεπτη απάντηση ερωτήσεων, η δυσκολία να περιμένει στη σειρά του και να προσαρμοστεί σε κανόνες της ομάδας.



    Τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ εκδηλώνονται με ποικίλους συνδυασμούς και συνήθως περιπλέκονται με άλλα συναισθηματικά προβλήματα ή διαταραχές συμπεριφοράς.




  • Συχνότητα της ΔΕΠ-Υ

    +

    Η ΔΕΠ-Υ αποτελεί τη συχνότερη διαταραχή μάθησης και συμπεριφοράς της παιδικής ηλικίας, παρουσιάζεται στο 5-7% των παιδιών παγκοσμίως και στις περισσότερες περιπτώσεις σημαντικά ελλείμματα παραμένουν στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή.





  • Αιτιολογία της ΔΕΠ-Υ

    +

    Η αιτιολογία της ΔΕΠ-Υ είναι πολυπαραγοντική. Πολλαπλοί γενετικοί και νευρολογικοί παράγοντες, οι οποίοι προκαλούν ιδιαιτερότητες στη δομή και λειτουργία του εγκεφάλου, θεωρούνται η κύρια αιτιολογική επίδραση για την εκδήλωση της διαταραχής. Επιπλέον, η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζει το παιδί - οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον - παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας των συμπτωμάτων.

  • Αντιμετώπιση της ΔΕΠ-Υ

    +

    Η έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση της ΔΕΠ-Υ κρίνεται απαραίτητη για την πρόληψη των μακροχρόνιων επιδράσεων στην καθημερινή λειτουργικότητα και προσαρμογή των παιδιών στο οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον. Για την αντιμετώπιση της διαταραχής έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες μέθοδοι παρέμβασης (π.χ. παρεμβάσεις δίαιτας και διατροφής, παιγνιοθεραπεία, αισθητηριακή ολοκλήρωση, βιοανάδραση, κλπ.), ωστόσο δεν έχει αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα τέτοιων παρεμβάσεων ερευνητικά. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις που υποστηρίζονται μέχρι τώρα από ερευνητικά αποτελέσματα είναι η γνωσιακή-συμπεριφορική παρέμβαση, η φαρμακοθεραπεία, και ο συνδυασμός και των δύο προηγούμενων.

    Οι γνωσιακές-συμπεριφορικές θεραπευτικές παρεμβάσεις στοχεύουν στην τροποποίηση της συμπεριφοράς, συγκεκριμένα στην αύξηση των επιθυμητών συμπεριφορών και τη μείωση των ανεπιθύμητων συμπεριφορών με την ταυτόχρονη προσθήκη νέων επιθυμητών συμπεριφορών. Οι παρεμβάσεις αυτές συνδυάζουν συμπεριφορικές και γνωστικές τεχνικές (π.χ. σύστημα παροχής ενισχυτών, time-out), προκειμένου να εκπαιδεύσουν του παιδί στην αυτό-παρακολούθηση, την αυτό-αξιολόγηση και την αυτό-ενίσχυσή του, ώστε να ελέγχει τον παρορμητισμό του. Οι παρεμβάσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς εκπαιδεύοντας τους να χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές.

    Ένα μεγάλο ποσοστό των παιδιών με ΔΕΠ-Υ ανταποκρίνεται θετικά, με βελτίωση των συμπτωμάτων της διαταραχής (διατήρηση προσοχής, έλεγχος ενορμήσεων, μείωση άσκοπης δραστηριότητας) με τη χρήση διεγερτικών φαρμάκων. Ωστόσο, η φαρμακευτική αγωγή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως αποκλειστική θεραπευτική παρέμβαση αλλά να συνδυάζεται με άλλες θεραπείες, ώστε να προάγει ακόμα περισσότερο την αποτελεσματικότητά τους. Η αποκλειστική χρήση φαρμάκων για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της διαταραχής δεν επιφέρει βελτίωση σε βάθος χρόνου, αλλά προσφέρει μία καλύτερη βάση πάνω στην οποία πρέπει να δομούνται άλλες θεραπευτικές παρεμβάσεις.